ΔΟΚΙΜΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

                     ΟΙ ΟΠΤΙΚΕΣ ΓΩΝΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ *



Δεν θα ήταν υπερβολή να ισχυριστώ ότι σε μια χώρα που δεν έχει ποτάμια, ίσως το μοναδικό της ποτάμι να είναι αυτό της ποίησης. Με το ποτάμι τούτο θέλησα να ενωθώ, διατηρώντας την αυτοτέλεια ενός παραπόταμου και τη γνώση του βουνού, ότι τα σύννεφα, οι βροχές και τα χιόνια –αιώνιοι τροφοδότες των ποταμιών- έρχονται από παντού.
Από άποψης αισθητικής, πιστεύω στην απογύμνωση των λέξεων (όχι απομυθοποίηση) αφαιρώντας από αυτές το περιττό βάρος, με μια ιδιαίτερη έμφαση στον επίλογο των ποιημάτων, που πρέπει να συνοψίζει, να συμπυκνώνει και εν τέλει, να δικαιολογεί τους στίχους που έχουν προηγηθεί, ανοίγοντας παράλληλα μια πόρτα στο επόμενο ποίημα.
Αν διακινδύνευα να δώσω ένα γενικό ορισμό, θα έλεγα ότι ποίηση είναι η περιγραφή αυτού που προκάλεσε τα συναισθήματα μου κι όχι των ιδίων των συναισθημάτων.
Από θεματικής πλευράς, όντας πολίτης του κόσμου, αντλώ από τα μηνύματα του.
Όταν τα ακριβά ρούχα που φορούμε, είναι πολύ πιθανό να έχουν κατασκευαστεί από κάποια ανήλικα παιδιά στην Ασία, όταν τα ρούχα μας φέρουν την αφή κακομεταχειρισμένων παιδικών χεριών, θα ήταν παράλογο το στυγνό και απάνθρωπο υπόβαθρο της δικής μου ευημερίας, να διαλάνθανε της προσοχής μου, έστω κι αν πρόκειται και για μια μορφή υποκρισίας. Η αναπότρεπτη συνείδηση της αδυναμίας μου να αλλάξω τον κόσμο, με οδηγεί αυτόματα στην ποίηση.
Στο ερώτημα πώς μπορεί να γράφει κανείς για ξένα βιώματα, δίνω την απάντηση ότι γι’ αυτό και ίσως μόνο γι’ αυτό, αξίζει κανείς να είναι ποιητής, διότι την ώρα που ένας συνάνθρωπος μας βιώνει σιωπηλά την ανείπωτη του τραγωδία σε βαθμό υπέρτατο ώστε ο θάνατος να αποτελεί την μοναδική έξοδο, θα βρεθεί ο ποιητής να την πει, να την αφομοιώσει, αλλά και να συνεχίσει να ζει αλύτρωτος.
Η ποίηση είναι για μένα πάνω απ’ όλα μια στάση αλληλεγγύης.
Ο ποιητής ως φορέας του συλλογικού πόνου, ο ποιητής «στον οποίο τίποτα δεν μπορείς να δώσεις και από τον οποίο τίποτα δεν μπορείς να αφαιρέσεις», αποτελεί τον ευσεβή μου πόθο, με βοηθά να επιχειρώ να γίνω, αυτό που δεν θα μπορέσω να γίνω.
Αλλοτε φυσικά, αυτοκαθορίζομαι από την ορμητική ροή εικόνων που αναβλύζουν ρέουσες μέσα από το ανεξερεύνητο εσωτερικό γίγνεσθαι.
Με συνεγείρουν τα υπαρξιακά ερωτήματα που δεν έχουν απαντήσεις, οι απαντήσεις που υπήρχαν αλλά δεν δόθηκαν, οι ερωτήσεις που δεν υποβλήθηκαν, τα μετέωρα βλέμματα ανθρώπων που κρέμονται πάνω από μια άβυσσο- και είναι πολλοί πια αυτοί οι άνθρωποι, κυκλοφορούν ανάμεσα μας εν είδη κυρίως οικονομικών μεταναστών- η συλλογική υποκρισία που μας πνίγει, το αναπάντεχο συναπάντημα μ’ ένα μικρό θαύμα δημιουργίας. Η διαρκής αντίσταση του ανθρώπου στο θάνατο, που απλώς αναβάλλεται μέσα από την ματαιότητα της καθημερινότητας μας, η αντίσταση στον θάνατο μέσω του έρωτα, εκ των προτέρων ματαιωμένου, προορισμένου να φθίνει αλλά συναρπαστικού στη γένεση και την ελάχιστη διάρκεια του, η σιωπηλή παρατήρηση του ασήμαντου για να το κάνεις σημαντικό, αποτελούν ερεθίσματα για πνευματική αναζήτηση.
Η κυπριακή τραγωδία καθώς λέμε, συνιστά μια όχι ασήμαντη παράμετρο του προβληματισμού μου, θεωρώ όμως ότι μετά από τόσες δεκαετίες, η ελάχιστη δυνατή συνεισφορά μου, θα ήταν να προσπαθήσω τουλάχιστον να παρουσιάσω μια λογοτεχνική εκδοχή απαλλαγμένη από το πομπώδες και το γραφικό, αναδεικνύοντας την τραγικότητα του τετελεσμένου, μέσα από την αρμονική σύζευξη των απλών πραγμάτων και λεπτομερειών που το συναποτελούν, και που στο τέλος, ορίζουν την ουσία του.
Η αυτοεπίδραση της έχουσας τη μορφή ανέκκλητης μόνωσης, ποίησης των μικρών χωρών, που μοιάζει ανυπέρβλητη, ειδικά όταν την περιβάλλει τόσο θαλασσινό νερό, ώστε η μετάβαση ή η φυγή σε άλλα μέρη, να μοιάζει περισσότερο με διακαή πόθο, παρά με δυνατότητα, δεν μπορεί παρά ενυπάρχει στους στίχους μου, όπως και ο ήλιος που δεν μπορείς να του ξεφύγεις, η ξερή πέτρα και η αίσθηση ότι γράφεις πάνω σε μια πέτρα που σμιλεύεται αιώνες.
Η παγκόσμια ποιητική δημιουργία, το ελληνικό ποιητικό θαύμα, τα προγονικά μας επιτεύγματα, όλα αυτά αποτελούν τα θεμέλια πάνω στα οποία προσπαθώ να τοποθετήσω το δικό μου λιθαράκι, προσδίδοντας στο έργο μου μια προσωπική πνοή(που εν τέλει θα σε ξεχωρίζει ή όχι), με την ταπεινοφροσύνη της αυτογνωσίας, ότι θα αρκούσε στο ποίημα που έρχεται μέσα από τους αιώνες, να προσθέσω δυο στίχους.

*To κείμενο δημοσιεύτηκε στο καναδικό περιοδικό Hellenic studies, 2007

                            THE PERSPECTIVES OF POETRY

 

It would not be an exaggeration to suggest that in a river-less country, perhaps the only river flowing is that of poetry. It is into this river that I’d wanted to flow, maintaining the independence of a branch and the knowledge of a mountain that clouds, rain and snow – perpetual feeders of rivers – come from everywhere.
From the perspective of aesthetics, I believe in the denudation of words (not their demythologization) ridding them of the redundant weight and placing special emphasis on the poems’ epilogue that needs to summarize, condense and eventually validate the preceding verses, at the same time opening a door to the next poem.
If I had to risk a general definition, I would say that poetry is the description of what instigated my feelings and not my feelings per se.
From the perspective of thematology, as a citizen of the world, I draw from its messages. When our expensive clothes are most likely to have been made by children in Asia, when they have been touched by maltreated little hands it would be irrational for me to miss the atrocious and inhuman backdrop of my prosperity, even if in the end this too is a form of hypocrisy. The unavoidable consciousness of my inability to change the world leads me automatically to poetry.
To the question how can anyone write about the experiences of others, I reply that for this and perhaps only for this it is worthwhile being a poet; for when a fellow human being is silently going through their own untold tragedy to the utmost degree, so much so that death is the only way out, a poet will come forward to recount and assimilate it, yet going on living unredeemed.
For me, poetry is above all an act of solidarity. The idea of poet as the carrier of collective pain, “to whom there is nothing to give and from whom there’s nothing to take” is in fact wishful thinking for me. It helps me attempt to become what I know I will never become.
Other times, of course, I define myself in terms of the dashing flow of images gushing through the unsearchable advancing into being from within.
I am fascinated by existential questions without answers, the answers that were there but were never given, the questions that were never made, the irresolute gaze of people hovering over an abyss – and there’s so many of them today, walking amongst us especially in the form of economic immigrants – collective hypocrisy that is choking us, the unexpected encounter with a small miracle of creation. Man’s perpetual resistance to death, merely postponed through the futility of our daily routine, resistance to death through eros, cancelled a priori, destined to decline but so fascinating in its genesis and brief duration, the quiet observation of the insignificant that you seek to make significant; all these are incentives for a mental quest.
The Cypriot tragedy is not a minor parameter of my thinking; but I do believe that so many decades later, my least contribution would be to try and submit a literary version devoid of pompous and graphic elements, by displaying the tragedy of a fait accompli, through the harmonious interlinking of simple things and details that comprise it and in fact define its very essence.
The impact of small-countries poetry in the form of irrevocable insulation that appears insurmountable especially when surrounded by so much seawater that transition or escape to other places resembles more to self-delusion than to a possibility cannot but be contained in my verses; just as the sun you cannot get away from, dry stone and the feeling that you are writing on a rock that is being carved throughout the centuries.
World poetry, the Greek poetic miracle, our ancestral achievements, all these are the foundations upon which I am trying to add my own little brick, lending my work a personal breath (that in the end will set one apart or not) with the humility of this knowledge: If I could add a couplet to the poem bequeathed to us through the ages – then I would be blessed.


Published in the Journal Hellenic studies, (2007)

Translated by Despina Pirketti

                                                 ---------------------------------------

Ιούνιος 2015
ΟΙ ΚΑΜΥ, ΟΙ ΠΟΠΟΦ ΚΑΙ ΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΙΚΑ ΤΟΥΣ ΔΥΣΤΥΧΗΜΑΤΑ 
 
Βλέποντας την ευρέως γνωστή φωτογραφία του Καμύ με το χτενισμένο μαλλί και το τσιγάρο στο στόμα, σκέφτομαι πως αν δεν σκοτωνόταν σε αυτοκινητικό στα 46 του, μάλλον θα πέθαινε από καρκίνο λίγα χρόνια αργότερα. Στην πραγματικότητα γνωρίζουμε τόσες λεπτομέρειες για τον Καμύ και κάνουμε και κάποιους συνειρμούς για τα πώς και τα αν του, αποκλειστικά επειδή ήταν ένας σπουδαίος φιλόσοφος, ένας τεράστιος συγγραφές, που καθόρισε την εποχή του και διαμόρφωσε προσωπικότητες και πορείες ανθρώπων που ποτέ δεν τον γνώρισαν. Επειδή κατάφερε να αγγίξει την αθανασία. Να υπάρχει παντού ενώ έχει εκλείψει. Καμία οριστικότητα δεν μπορεί να επιβληθεί της καταξιωμένης υστεροφημίας.
Διψούμε να μαθαίνουμε για τους σπουδαίους της τέχνης και της λογοτεχνίας, διψούμε να καταπίνουμε όποια λεπτομέρεια μπορούμε, λεπτομέρεια που δεν αφορά τη σπουδαιότητα του έργου τους, αλλά τις καθημερινές τους συνήθειες, τον τρόπο του βλέμματος τους. Θυμάμαι στο πανεπιστήμιο, ο καλύτερος καθηγητής (Σεργκέϊ Αλεξάντροβιτς Ποπόφ) ήταν για μένα εκείνος που ερχόταν στο μάθημα κρατώντας μικρές καρτελίτσες στις οποίες είχε σημειώσει , τι ρούχα επέλεγε να φορά ο Ρεμπώ, τι ώρα ξυπνούσε ο Τόμας Μαν, τι φαγητά ετοίμαζε στα ατέλειωτα τσιμπούσια που οργάνωνε ίσως ο πιο ερωτικός ποιητής που υπήρξε σε αυτόν τον πλανήτη, ο Πάμπλο Νερούδα.
Τον άκουγα με ανοικτό το στόμα και μετά ρούφαγα τα βιβλία τους με απείρως πιο μεγάλη αδηφαγία από τον αν δεν ήξερα την καθημερινότητα τους. Δυστυχώς κι αυτός, ο καθηγητής Ποπόφ, με ειδικότητα στην παγκόσμια λογοτεχνία, σκοτώθηκε αδόκητα και πρόωρα σε αυτοκινητικό δυστύχημα όπως ο Καμύ με τη διαφορά πώς το τραγικό συμβάν που τον σημάδεψε, το γνωρίζω εγώ, όσοι απέμειναν οικείοι και φίλοι του και ενδεχομένως κάποια παλιοί φοιτητές του. Τις συνθήκες θανάτου του Καμύ όμως τις γνωρίζουν όλοι. Διότι ο Καμύ δεν ήταν αφανής. Και τούτος ο κόσμος χρειάζεται τώρα όσο ποτέ όλο και περισσότερους Καμύ ή λιγότερο Καμύ. Διότι για να υπάρξουν οι «Ποπόφ» πρέπει να προηγηθούν οι «Καμύ» ώστε μεταγενέστερα να ανδρωθούν με πολύτιμες καρτελίτσες οι γενεές εκείνες που θα μείνουν για μια στιγμή με το στόμα ανοικτό ακούγοντας τους «Ποπόφ» να αναλύουν την καθημερινότητα των «Καμύ», απομυθοποιώντας τους με γούστο και συνάμα αναδεικνύοντας την μυθική αξία της κληρονομίας τους. Ετσι ίσως να μπορείς να φτιάξεις ενός είδους πολιτισμό όπου η αξία του χρήματος θα ολοένα και λιγότερη, υποκαθιστάμενη από την αξία των επιφωνημάτων. Γιατί ας το παραδεχτούμε, επιτέλους, κανείς δεν τιμά τη μνήμη κανενός επειδή ήταν μεγιστάνας του πλούτου ή επειδή έδιδε ένα ξεροκόμματο στους εργάτες ή υπαλλήλους του, δημιουργώντας στην εκλεπτυσμένη οικονομική αργκό του καιρού μας τις λεγόμενες «θέσεις εργασίας». Η μνήμη είναι μια εξόχως δίκαιη λειτουργία κι εδώ θα διαφωνήσω με τον Αναγνωστάκη και το στίχο του στο Επιτύμβιον «Α, ρε Λαυρέντη, εγώ που μόνο το ’ξερα τί κάθαρμα ήσουν». Ολοι ξέρουμε τους «Λαυρέντηδες», Μανώλη, λίγοι όμως τολμούν να τους φτύσουν όπως εσύ. Αντίθετα-επανέρχομαι- ποιος δεν τιμά, είτε σιωπηλά, είτε με λόγους πομπώδεις-έστω- τη μνήμη των Καμύ και πολύ αραιότερα των αφανών «Ποποφ». Αυτό κάνω κι εγώ σήμερα γιατί όσο υπάρχουν τέτοιοι ωραίοι τύποι, όσο διαρκεί η μνήμη τους, τόσο περισσότερο η αγριότητα των καιρών θα είναι δυνατόν να δαμαστεί και «να νικιέται κάπου κάπου ο θάνατος μέσα στη ζωή» (Τσαρλς Μπουκόφσκι, Χαμογελαστή Καρδιά).
Τιμή και δόξα λοιπόν σε όλους όσοι άφησαν πίσω τους έναν έστω στίχο που απαγγέλλεται ακόμα, έσυραν μια γραμμή από την οποία κάποιοι πιάστηκαν για να κρατηθούν, τιμή και δόξα και όσους διαιώνισαν έναν μύθο, τον εμπλούτισαν με προσωπικές παρηχήσεις και τον ιστόρησαν σε αδαείς που φιλοδοξούν και τολμούν να ισχυρίζονται πια ότι δεν είναι τόσο αδαείς.
Τιμή και δόξα σε όσους καλλιέργησαν την εμμονή της επιστροφής στο ίδιο ποίημα, στο ίδιο απόσπασμα, στην ίδια σελίδα. Οι επίγονοι τους, να ξέρουν, ακόμη συγκλονίζονται, από καιρό εις καιρό, θυμούνται, μνημονεύουν και κάποτε κλαίνε. Με ένα τσιγάρο στο στόμα και μια καρτελίτσα ανά χείρας. 

                                                     ---------------------------------
Αύγουστος 2015                             

                          ΕΛΕΓΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΙΚΡΟ ΑΪΛΑΝ

Εδώ και πόσο καιρό ακούμε για παιδιά προσφύγων που πνίγονται στη Μεσόγειο; Εδώ και πόσο καιρό μας κυκλώνει η αριθμητική των πνιγμένων; Την αρχική φρίκη, μετά αγανάκτηση, ακολούθως οργή, σίγασε η απεχθής, σχεδόν καθημερινή, επανάληψη του δράματος. Η κάθε μέρα, ένας βομβαρδισμός διαφορετικών αριθμητικών αναλογιών κι οι πνιγμένοι από άνθρωποι, να γίνονται στη συνείδηση μας νούμερα και εν τέλει να απωθούνται στη σφαίρα της συνήθειας.
Μέχρις ότου η φωτογραφία του μικρού Αιλάν να μπει στα σπίτια μας. Mέχρι να δούμε το θάνατο μπροστά μας στην πιο αποτρόπαια μορφή με την οποία μπορεί να μας παρουσιαστεί: Τη μορφή ενός νεκρού αθώου νηπίου, πνιγμένου στο τρομερό έρεβος της θάλασσας και ξεβρασμένου σε στάση μπρούμυτα στις ακτές της Αλικαρνασσού. Την ώρα που τα δικά μας παιδιά παιγνίδιζαν ανέμελα σε κάποιο πάρκο ή σε κάποια παραλία. Προστατευμένα . Ασφαλισμένα. Αγαπημένα.
Αυτή η τρομαχτική φωτογραφία σαν καρφί στο παχύ μας δέρμα άνοιξε μια τρύπα από την οποία ξεχύθηκαν τα υγρά της αναισθησίας και της αποχαύνωσης. Μας επέτρεψε να συγκλονιστούμε ξανά προσκρούοντας στην άθλια πραγματικότητα του καιρού μας όχι μέσα από το αλεστήρι της καθημερινής ειδησεογραφίας αλλά από τον μεγεθυντικό φακό μιας φωτογραφικής μηχανής που έγινε το μάτι του κόσμου.
Συνεπώς, μόνο ως ακατανόητη εκλαμβάνω τ η θέση κάποιων ότι «δεν πρέπει να δείχνουμε τέτοια πράγματα». Νερό στο μύλο των λαθρέμπορων, των ανάλγητων αξιωματούχων της Ευρώπης , των γελοίων επιτρόπων, των σιχαμένων κυβερνήσεων, των διαχρονικών από καταβολής της ανθρωπότητας, δολοφόνων και εκμεταλλευτών της ανθρώπινης ύπαρξης, του μαζικού ανθρώπινου πόνου.
Αν η δημοσιότητα είναι η ψυχή της δημοκρατίας, η φωτογραφία του μικρού Αϊλάν, πεσμένου, πνιγμένου, νεκρού, λεηλατημένου από τα καλύτερα του χρόνια, στερημένου την εν ζωή αγάπη, είναι ένα μαστίγιο που θα χτυπά το σαπισμένο από την ατιμία πρόσωπο του οικοδομημένου στην ανηθικότητα και τη δυστυχία σύγχρονου μας πολιτισμού.
Τούτη η φωτογραφία θα μας μάθει να μετρούμε τον θάνατο στις πραγματικές του διαστάσεις: Τον θάνατο ως τις μέρες που στερήθηκε ο μικρός Αϊλάν, τα αγγίγματα που δεν ένιωσε, τα φιλιά που δεν πήρε και δεν έδωσε, τις γνώσεις που δεν κέρδισε, την λατρεία που δεν είδε σε βλέμματα άλλα, το πάθος που δεν μοιράστηκε, τα παιδιά που δεν έκανε, την γονιμότητα και τη φαντασία της ζωής που δεν βίωσε, τα όνειρα που δεν πρόλαβε να γεννήσει, τα δικαιώματα που δεν απόλαυσε. Θα μας μάθει ότι σε αυτόν τον πλανήτη, σε αυτόν τον ΤΟΠΟ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ, έχουμε την ευθύνη να μην ησυχάζουμε μέχρις ότου στραγγίξει και η τελευταία μας ικμάδα δύναμης, δημιουργικότητας, αγωνιστικότητας και αφοσίωσης στο υπέρτατο καθήκον της υπεράσπισης των αδυνάμων, των κατακρεουργημένων, των καταφρονημένων, των εξαθλιωμένων.
Θα μας μάθει, τέλος, να αγαπάμε. Να αγαπάμε περισσότερο τα παιδιά μας, τα παιδιά όλου του κόσμου και όλο και πιο αποφασιστικά να τους δείχνουμε με το χέρι τους κακούς, να τους λέμε τον λύκο, λύκο, το σκοτάδι, σκοτάδι. Κι΄είναι βαθύ και πυκνό το σκοτάδι που μας ζώνει.
                                                         ---- ------------------    
Αύγουστος 2016

                                ΣΚΟΤΑΔΙΑ ΚΑΙ ΠΥΡΚΑΓΙΕΣ

Πριν κάμποσα χρόνια, ένας καλός φίλος, μου είχε ζητήσει να δω τα ποιήματα του. Ετοιμαζόταν να εκδώσει την πρώτη του συλλογή. Τα διάβασα. Του είπα όσο πιο ευγενικά μπορούσα “θέλουν δουλειά”. Ο φίλος, ξέγινε από φίλος μου, δεν μου ξαναμίλησε, όμως δεν εξέδωσε ποτέ καμιά συλλογή.
Δεν μου λείπει, αλλά συχνά θυμάμαι το αιχμηρό του χιούμορ για τα πράγματα.
Ποιός ήμουν όμως εγώ για να τον κρίνω; Γιατί να μην τον ενθαρρύνω με ένα ψέμα που δεν θα μάθαινε κανείς ότι ειπώθηκε; Μήπως απέτρεψα τη γέννηση ενός μελλοντικά αξιόλογου ποιητή ή έπραξα σωστά “προστατεύοντας” την ποίηση από -μια ακόμη- εστία ρύπανσης;
Αυτά με ταλάνιζαν για λίγο καιρό, ώσπου και κατάλαβα: από τέτοιες ιστορίες μπορεί κανείς κάτι να μάθει, όπως το ότι, αν διαθέτεις, ή, αν οι άλλοι πιστεύουν ότι διαθέτεις μια υποτυπώδη δυνατότητα κρίσης, είναι κρίμα να μην την ασκείς ενίοτε δημοσίως ή ιδιωτικώς.
Ας είναι λάθος κάποτε η κρίση σου, το να λουφάζεις ή το χειρότερο, μονίμως να εξωραΐζεις την ασχήμια για να μην ταράξεις κάποιον κύκλο, να μην χαλάσεις κάποια σχέση, δεν είναι πρέπον και μάλλον παραπέμπει σε μια εθελούσια πνευματική λοβοτομή, σε ένα κοινωνικό ευνουχισμό ή ακόμη, σε μια ωμή συνενοχή στην υπόθεση διαιώνισης της μετριοκρατίας αλλά και της ημετεροκρατίας που κυριαρχεί στα λογοτεχνικά και δη στα ποιητικά πράγματα.
Παραπλεύρως και ολόγυρα λοιπόν της ποίησης, αυτής της εκρηκτικής -στις καλύτερες τις εκφάνσεις- χημικής ένωσης ανθρώπου και λόγου, είναι η αλήθεια η δική μας για την ποίηση και τι τη συνιστά τέτοια.
Η ευθύνη μας απέναντι στο ψέμα που βλέπουμε να οχληρεί και εν τέλει να επιτυγχάνει καθημερινούς θριάμβους-πρόσκαιρους έστω-, η ευθύνη μας να μην μένουμε σιωπηλοί.
Οχι σιωπηλοί- στη, δίκην πνευματικής θανατικής καταδίκης, αποσιώπηση και εν τέλει κατασίγαση σημαντικών ανανεωτικών φωνών και της σαγηνευτικής πρωτοτυπίας που εκπέμπει ο λόγος τους. Οχι σιωπηλοί- στην χυδαία αυτοδιακίνηση/ετεροδιακίνηση κατασκευασμένων εκδοτικά/μιντιακά ποιητικών “αυθεντιών” που διαιωνίζουν το εγωκεντρικό τους τίποτα και μαζί, μια επικίνδυνη διασάλευση του αυθεντικού αισθητικού κριτηρίου.
Οχι σιωπηλοί- μπροστά σε εκείνους που αφού ξεμπέρδεψαν με τα υπόλοιπα, μια μέρα καλοείδαν την ποίηση ως ευπρόσιτο μεταφορικό μέσο ανάδειξης και κοινωνικής καταξίωσης της χωρίς ιδιαίτερα χαρίσματα ύπαρξης τους, διότι ποτέ δεν είχαν την πολιτισμική επάρκεια/παιδεία να αντιληφθούν πως πραγματική διάκριση είναι ό,τι επιτυγχάνεται άνευ της συνδρομής κάποιου καλοστημένου σχεδίου. Που χρειάζονται πολλούς να “εκφραστούν” για το “έργο” τους επειδή αυτό δεν δύναται να μιλήσει αφ' εαυτού, να δώσει αποτύπωμα. Αλλά και επειδή δεν μπορούν να βρουν κάποιον δεσμευμένο στην αλήθεια της ανιδιοτέλειας του για να τους εκθειάσει.
Οχι σιωπηλοί- στο πως σε κατακαίει η ποίηση, μια πορεία μέσα από ασίγαστες και αδάμαστες πυρκαγιές του χρόνου, πορεία όχι αλεξίπυρη, αλλά πυρπολημένη και μια και δυο και τρεις φορές.

Που δεν περατώνεται από τη φυσική ολοκλήρωση του γήινου βίου του ποιητή, τουναντίον, γιγαντώνεται.

Ας στηρίξουμε λοιπόν εκείνους που οι ιδέες τους, οι στίχοι τους, φυτρώνουν σε αυτό το άγονο έδαφος. Ας γίνουμε όχι οι κηπουροί των σπόρων τους, αλλά το εύφορο χώμα της άνθησης τους. Ας μιλήσουμε για εκείνους που χαϊδεύουν άφοβα ή φοβισμένα το σκοτάδι όχι για εκείνους που το αποτελούν.

*Ο ποιητής έχει παντού φίλους. Υπάρχει στις καρδιές των άλλων. Είναι μόνος του και δεν είναι. Υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχει συναντήσει ποτέ και εν τούτοις είναι μαζί τους. Είναι αθώος, εν τέλει. Πως να το πω πιο απλά… Είναι ένας αδέκαρος που πληρώνει τα χρέη των άλλων..."
Γιώργος Δάγλας, συνέντευξη στα Φτερά Χήνας

*Πανταχόθεν γύρω μας νεκροί κι εμείς γράφουμε για ποίηση. Μήπως είμαστε αναίσθητοι;
 Φεβρουάριος 2017

               ΠΑΙΖΟΝΤΑΣ ΣΚΑΚΙ ΜΕ ΈΝΑΝ ΤΥΦΛΟ                   

 

Για να γράψει κανείς ένα ποίημα χρειάζονται 5 λεπτά ή 5 μήνες.Για να φτάσει αυτό το ποίημα στον αναγνώστη χρειάζονται χρόνια. Μπορεί και να μην φτάσειποτέ. Για να μείνει αυτό το ποίημα, να κληροδοτηθεί, χρειάζονται δεκαετίες. Το πιο πιθανό όμως είναι ότι τίποτα απ’ όλα αυτά δεν θα συμβεί. Κι όμως ποιήματα γράφονται και θα γράφονται.
Αν είστε λογικοί και δεν λαμβάνετε υπόψιν το προφανές, σημαίνει ότι επιδιώκετε κάτι εφήμερο.
Σημαίνει πως νομίζετε ότι γράφετε ποίηση αλλά δεν γράφετε ποίηση. Μόνο οι τρελοί δικαιούνται να μην ξέρουν τίποτα.
Η ποίηση δεν γράφεται για τους ανθρώπους, αλλά είναι για τους ανθρώπους και μόνο γι’ αυτούς. Μπορεί να την ανακαλύψουν χρόνια μετά, μπορεί και όχι. Σπάνια ένας ποιητής εισπράττει το αντίτιμο της αναγνώρισης για όσα εν ζωή εποίησε, κι όσους τους τυχαίνει, συνήθως απολιθώνονται στη λησμονιά μετά θάνατον. Διότι η ποίηση, αν έχει έναν θανάσιμο και ύπουλο εχθρό, αυτός είναι η εφήμερη δόξα. Όσοι την επιζητούν, είναι ανεπαρκείς και καταδικασμένοι . Το μεγαλύτερο επίτευγμα ενός ποιητή είναι ο ρόγχος της θνησιμότητας του να μετατραπεί σε πνοή αθανασίας μέσω του έργου του. Ενόσω ζει και ποιεί, να σιγοψιθυρίζουν μερικούς στίχους του κάποιοι φίλοι αλλά και άγνωστοι, να τους κελαηδούν τα πουλιά της μοναξιάς του. Να νομίζει ότι δεν έδωσε
τίποτα, ενώ έχει ανοίξει ένα δρόμο και έχει σκορπίσει φύλλα ελπίδας. Ο ποιητής είναι ένα δέντρο που μοιράζει τα φύλλα του.
Τι χρειάζεται κανείς για να ποιήσει; Ποιος ξέρει. Δεν υπάρχει σύμβαση. Λένε μια αρκετά
αιμάσσουσα παιδική πληγή. Όμως πολλοί εγκληματίες ή επιχειρηματίες έχουν πιο βαθιές πληγές από τους ποιητές.
Κάποτε κάποιος σπουδαίος Κύπριος τενόρος στην ερώτηση “πώς έγινες τενόρος” που του υπέβαλα, σήκωσε το κεφάλι προς τον ουρανό και έδειξε με το δάκτυλο. “Υπάρχουν κάποιοι κραδασμοί εκεί πάνω που κάποτε τους ακούω”, μου είπε. Ο φίλος μου Ιρλανδός ποιητής Desmont Egan στο ερώτημα “πώς έγινες ποιητής;” ενδεχομένως να απαντούσε “μερικά ποτήρια γκίνες τη μέρα”. Ο Σεργκέϊ Γεσένιν, σίγουρα θα έλεγε “καμιά δεκαριά γάμοι”.
Αν υπήρχε ένας σαφής προσδιορισμός, μια εφαρμοσμένη και κοινά αποδεκτή διαδικασία για το πώς μπορεί κανείς να γίνει ποιητής, τότε η φράση “θα προσπαθήσω να γίνω ποιητής” θα ήταν του συρμού. Δεν υπάρχει όμως τέτοια φράση στο λεξικό της ζωής.
Ίσως τελικά όλα να είναι υπόθεση ενός φίλτρου και μιας μονίμως γρηγορούσας ενσυναίσθησης. Όλοι εισπράττουμε την ίδια πραγματικότητα, τις δυσκολίες της, όλοι, λίγο-πολύ, έχουμε βιώματα, τραγικά, μοναδικά, ανεξίτηλα. Κι όλοι πριν το τέλος θα τα δούμε-όπως μάθαμε από τους
ανετοιμοθάνατους ή τους συγγενείς τους- στην ίδια ταινία. Αυτό που καθιστά τον “πληγωμένο”, ποιητή, και όχι εγκληματία ή επιχειρηματία, ίσως να είναι αυτό το φίλτρο που έχει μέσα του και η ενσυναίσθηση που τον αναγκάζει να μην είναι απαθής. Να είναι αργός και να βαριέται, αλλά όχι απαθής. Οι βιαστικοί και οι πολυπράγμονες δεν νομίζω να κάνουν γι αυτήν τη δουλειά.
Ας μην μιλούμε λοιπόν για ερωτικές συντριβές, ιδεολογικές απογυμνώσεις και άλλα κοινότοπα που στους περισσότερους συνέβησαν, αλλά δεν τους οδήγησαν στην ποίηση.
Από εκεί και πέρα, πρέπει να έχεις διαβάσει και κάποια βιβλία, όχι πολλά βιβλία, μόνο εκείνα που, αφού διεξήλθες ένα σωρό από σκουπίδια, έμαθες να επιλέγεις. Επίσης τα σωστά ποιήματα, ξανά και ξανά, που δεν είναι δα και αναρίθμητα όπως διατείνονται οι ειδήμονες, να έχεις ρουφήξει τις κατάλληλες μουσικές, να έχεις δει το είδος του κινηματογράφου που συγκλονίζει (γενικά πρέπει να συγκλονίζεσαι πολύ), να έχεις μαζέψει λογιών λογιών αποκαΐδια και να έχουν καεί κάπως οι χούφτες σου.
Να έχεις παίξει σκάκι με έναν τυφλό χάνοντας εύκολα και συντριπτικά. Είναι μεγάλη υπόθεση αυτή, σας διαβεβαιώ, να σε κερδίζει ένας τυφλός στο σκάκι, στο τέλος μπορεί να θελήσεις να εξαγοράσεις την τυφλότητα του ή να υποψιαστείς ότι εσύ είσαι ο τυφλός.
Να έχεις καταγράψει στο δεφτέρι της μνήμης σου έναν άνθρωπο που δεν συνθηκολόγησε ποτέ και δεν δίστασε, αν και φοβισμένος, να μπει στη φωτιά. Έναν που την πλήρωσε, επειδή αρνήθηκε να γίνει μαλάκας. Αυτή την φιγούρα θα τη θυμάσαι κάθε φορά που θα μπαίνεις στο δίλημμα να εξαγοραστείς ή όχι.
Είναι αρκετό να έχεις δει παιδιά εγκαταλελειμμένα, παιδιά που λιμοκτονούν ή πνίγονται-δεν είναι δύσκολο-, να νιώσεις πιο αβοήθητος από εκείνα και να κατανοήσεις ότι αυτό συνέβαινε πάντα και ότι αυτό θα συμβαίνει και μελλοντικά όσο το παγκόσμιο και εγχώριο 1% θα λυμαίνεται πλούτο που αναλογεί στο 99% , όσο ο άνθρωπος είναι εκ φύσεως ικανός για το απεχθές για χάριν της κυριαρχίας και του κέρδους.
Να πιστέψεις ότι αυτός ο κόσμος θα μπορούσε να αλλάξει και ακολούθως να ζήσεις τη μέρα που θα σου πουν να σκίσεις τη σημαία της επανάστασης. Δεν θα σου κακοφανεί και πολύ, διότι στο μεταξύ θα έχεις διατελέσει σκατοφύλακας στο στρατό.
Αν λίγο πολύ τα ζήσεις αυτά ή κάποια παρόμοια, τότε θα είσαι έτοιμος να παίξεις πολλές παρτίδες σκάκι με τον τυφλό σου φίλο και να χάσεις τις περισσότερες . Και οι ήττες σου θα είναι οι μεγαλύτερες νίκες. Θα είσαι έτοιμος να συναντήσεις και άλλους τυφλούς ή αιρετικούς τύπους, επειδή η τύχη πια θα σε φροντίζει και τότε θα’ ναι σαν να έχεις βγάλει διδακτορικό ή πολλά διδακτορικά μαζί. Όπως, έναν τηλεπαθητικό συγγραφέα ας πούμε από τη Βουλγαρία, ο οποίος στο Πράδο της Μαδρίτης έπιασε από το λαιμό έναν Σκοπιανό ποιητή και του έστρεψε την κυκλοφορία του αίματος προς τη μύτη, διότι διαισθάνθηκε πως ο Σκοπιανός θα πάθαινε εγκεφαλικό.
Και έτσι το φίλτρο σου θα δουλεύει τέλεια, και η ενσυναίσθηση σου θα ρολάρει θαυμάσια.
Θα μυηθείς σε έναν τρόπο να ζεις και σε δέκα να μην ζεις. Και το πιο παράξενο, όσο πιο πολύ θα αμφισβητείς αν έχεις μάθει κάτι, τόσο θα μαθαίνεις, διαβάζοντας όλο και λιγότερο και
παρατηρώντας αδιάκοπα την περιοδικότητα του αναπάντεχου να θριαμβεύει -μια γνώση βαθιά που θα ενσταλάζεται πρώτα στις αισθήσεις σου.
Στο επόμενο στάδιο ίσως αποκτήσεις και κάποιου είδους χιούμορ - πρώτα θα διακωμωδείς τον εαυτό σου, μετά τους άλλους.
Αν είναι έτοιμος για κάτι τέτοια και μερικά άλλα που τώρα ξεχνώ, είναι πιθανόν να αγαπηθείς
παράφορα καμιά δυο φορές και να αγαπήσεις βεβαίως. Τότε θα μπορείς, με όση ασφάλεια σου προσφέρει ένα άλμα στο κενό από τον ενδέκατο όροφο ή η προσμονή για ένα χάδι από το άγαλμα της πλατείας, να γράψεις μερικά αληθινά ποιήματα που θα αγαπηθούν κι αυτά, διότι πρώτα εκείνα θα έχουν την ικανότητα να αγαπήσουν. Διότι εκείνα θαείναι εσύ. 
Και αυτό έχει μόνο σημασία.

                                             --------------------------------- 
Μάιος 2017

                     ΟΙ ΑΛΛΟΙ ΕΙΝΑΙ ΜΕΣΑ ΜΑΣ

 

Δεν συγκρατώ τίτλους βιβλίων που με συντάραξαν. Ούτε τίτλους ποιημάτων που με αναδόμησαν. Ούτε ονόματα συγγραφέων που με έστειλαν στο σημείο μηδέν. Προσθέτω στα προαναφερθέντα το διευκρινιστικό “παρά ελάχιστα'. Το απόσταγμα της επεξεργασμένης έμπνευσης αφομοιώνεται με κεκτημένη ταχύτητα από τον οργανισμό μου, και ακολούθως διοχετεύεται στο αίμα μου, ενσωματώνεται στα πιο ανυποψίαστα κύτταρα μου. Οι ετικέτες πέφτουν, οι τίτλοι σβήνονται, οι παραπομπές ξεχαρβαλώνονται.
Καταρρέω, ανασυντίθεμαι και ξαναχτίζομαι με αυτό που με συγκλονίζει και αποπειρώμαι να γράψω τα επόμενα δυο-τρία ποιήματα που το μόνο που φιλοδοξούν να κάνουν είναι να επιβιβαστούν σε ένα από τα βαγόνια της ασταμάτητης αμαξοστοιχίας η οποία έρχεται από πολύ μακριά και έχει προορισμό το σταθμό “διηνεκές'.
Οσοι συγκρατούν τίτλους και ονόματα και τα επικαλούνται με κάθε ευκαιρία, ίσως έχουν πιο σχολαστική σκέψη. Φωτογραφική μνήμη. Ισως όμως να αδυνατούν να αφομοιώσουν την ουσία της λογοτεχνίας.
Οταν λοιπόν συναντώ τέτοιου είδους έργα, με καταλαμβάνει, πέραν από δέος, και ευγνωμοσύνη, επειδή συνειδητοποιώ ότι κανείς δεν θα υπήρχε ως δημιουργική οντότητα δίχως τους ξεχωριστούς άλλους. Αν ζουν ή όχι, δεν έχει και τόση σημασία, αρκεί το έργο τους να παραμένει ζωντανό, ικανό να ερωτοτροπήσει και να ζευγαρώσει. Η μεγάλη λογοτεχνία είναι αχαλίνωτα ερωτική, πολυγαμική και ως τέτοια ασύγκριτα πιο επικοινωνιακή κι από το επαρκέστερο εγχειρίδιο δημοσίων σχέσεων.
Φτιαγμένη από ύλη και πνεύμα, όταν η πρώτη υποκύψει στη γραμμική ροή φθοράς του χρόνου, το δεύτερο, θεριεύει. Ο χρόνος μπορεί να καταφάει τη σάρκα αλλά με το πνεύμα δεν μπορεί να κάνει πολλά πράγματα. Ο χρόνος, απελπισμένος, ρίχνει το ένα μετά το άλλο, μπιτόνια βενζίνης στη φωτιά νομίζοντας ότι θα τη σβήσει…
Αυτό είναι το “έπαθλο' για όσους έκαναν καλή δουλειά: Να μην έχει πια σημασία η φυσική τους παρουσία διότι το έργο τους έχει αρχίσει να υπερβαίνει την ίδια τους την ύπαρξη. Το έργο τους έχει εξασφαλίσει εκτυφλωτική αυτονομία, έχει απελευθερωθεί από όλες τις μορφές ιδιοκτησίας, ανήκει αποκλειστικά στον κάθε επόμενο λάτρη του, έχει τη δική του φωνή. Και στο έργο αυτό περιττεύει η ετερόκλητη αυτοναφορικότητα, προτιμά να του ανοίγουν χαραμάδες για να μπαίνει.
Αφήστε λοιπόν τη λογοτεχνία να μιλήσει χωρίς παρασιτικές αναλύσεις και κενές περιεχομένου δοξασίες, χωρίς κουραστικές αναφορές και επικλήσεις. Για να γίνει ο κόσμος βασανιστικότερα ομορφότερος και οι τρελλοί ονειρευτές να καταλήξουν εν πολέμω στην κόλαση, όπως το λέει ο Roberto Fernadez Retamar- από τους λίγους που κάποτε ιχνηλατώντας στη μνήμη, επικαλούμαι- στο ανεπανάληπτο ποίημα του “Μακάριοι οι ισορροπημένοι(μετάφραση Ρήγας Καππάτος)':

«…αλλά αφήστε ελεύθερους αυτούς που δημιουργούν τους κόσμους και τα όνειρα,
Τις αυταπάτες, τις συμφωνίες, τις λέξεις που μας διαλύουν
Και μας ξαναφτιάχνουν, τους πιο τρελούς κι απ’ τις μανάδες τους,
πιο μεθύστακες κι από τους πατεράδες τους
Κι ακόμα πιο εγκληματίες κι απ’ τους γιους τους,
Και πιο ψημένους από παράφορους έρωτες.
Ας τους κρατήσουν τη θέση τους στην κόλαση, και φτάνει.'

Κάπως έτσι, έχοντας τη βαθιά αίσθηση ότι στην λογοτεχνία τίποτα δεν ιδρύεται, αλλά μόνο γονιμοποιείται, γίνεται ο ίδιος ο συγγραφέας, συλλέκτης απαυγασμάτων και όχι μελετητής αχανούς κλίμακας. Αδειάζοντας από τον υπερπληθυσμό των επουσιωδών, επιτρέπει στους γητευτές ομότεχνους-άλλους να φυτέψουν μέσα του τους καλύτερους τους σπόρους. Και οι σοδειές σμίγονται και η ελπιδοφόρα δύναμη της δημιουργίας, καρπίζει.
Κάπως έτσι, αν ποτέ δοθεί στον υποφαινόμενο, ας αποσιωπάται μεσίστιο το όνομα του, την ώρα που ένας στίχος του θα μεταφυτεύεται στο εύφορο έδαφος μιας διψασμένης ψυχής, την ώρα που θα γίνεται αυτός, ο άλλος.